Ουδεμία οίηση

Χύνονται οι ερημίες στους δραματουργούς,

και ο έρωτας μες στο λαμπύρισμα της συμβολής,
άφοβα μες στους ξεσκεπασμένους ασπασμούς,
κατοπτεύει την αγάπη του παρόντος αθαμβής,
παρασέρνει τις περπατησιές στους δειλινούς,
δημιούργημα για τις απεικονίσεις της ακμής.
–
Με τον έμψυχο δεσμό, το ανιαρό ναυάγιο,
της αναψυχής κατάντη να γεννάει πεθυμιές,
να δημιουργεί από ροδάμι το κουράγιο,
το παράδειγμα στις στάσεις τις αναχρονιστικές,
στις ανεμοδούρες το ανεπηρέαστο πελάγιο,
δίνει στο εσπέριο αλμυρές σταλαγματιές.
–
Αγαπάς όταν αισθάνεσαι το πάθος το γιομάτο,
το βουβό συναίσθημα στο βάθος της ζωής,
δε θα μένει στη ζωή ανυποψίαστο σαν νιάτο,
όλα θα ‘ναι στις διαθέσεις, δέσμευση στους απλανείς,
στο νεράκι ονειροπολεί, ελεύθερο, δροσάτο,
θα πονάει μες στ’ ανεμικά της αιτιολογικής.
–
Στους υδρόμυλους πλανιέσαι χρόνε των αποδοχών,

παίρνεις την ενέργεια των ακτίνων της ελπίδας,
μες στις πύλες της αισιοδοξίας των νοσταλγικών,
να γυρίζεις το πολύτιμο παρόν της αλκυονίδας,
στης αγάπης τον πολύτιμο καιρό των αρκτικών,
να εκφράζει τη φωνή της έγνοιας, της φροντίδας.
–
Να διαβάζει στις πληγές τον πόνο της ανημποριάς,
το πιο αναπάντεχο δυσάρεστο μας γεγονός,
σαν τη δύναμη μας στο τρωτό ν’ αποσιωπάς,
βουλοκέρι για τους άλμπατρους ο ασπασμός,
στο ερμάρι το ρητό της ηγερίας να φιλάς,
όταν δέχεται τα θέματα ο άχαρος βλαστός.
–
Ουδεμία οίηση, μες στις οδούς τουναντίον,
ουδεμία οίηση, μες στις οδούς η αδρομέρεια,
ουδεμία οίηση, μες στις οδούς των αιωνίων,
ουδεμία οίηση, μες στις οδούς η ανωφέρεια,
να δημιουργεί συνθέσεις ο υπαινιγμός των λείων,
με του τόνου ύψος ο υδρόγειος μες στα ημισφαίρια.
–
Των καλανταριών ν’ αλλάζουν τις ευχές στο αγαστό,
στη σιωπή ο φόβος θα ‘ναι βάθος στη σιωπή,
η γη φαίνεται σαν κουκκιδίτσα για τον λυτρωμό,
κρίνεις… για τη στέγη σαν την ύαλο ισχνή,
αγανακτισμένη θέαση μες στο αγαπητό,
της οθόνης σύμπαν, σύμπαν που θα διακοσμεί.
–
Άλογη, μεγάλη φαίνεται η πρόληψη αιτία,
αποδεκτική της λογικής να ξεχειλίζει,
στο τραγούδι των παρασυρμένων η ευρεία,
σχέσεις, των περπατησιών τα δειλινά γνωρίζει,
μες στα μάτια των ανθρώπων κοσμικά θηρία,
απομένει στο χεράκι, στην ιδιότητα βλαστίζει.
Ποίημα του Σωτήρη Τσατταλιού.

