Της ικμάδας αποκάλυψη

Αντιλαμβανόντουσαν το διάγραμμα σου φτάνοντας,

να δημιουργεί καμπές ο σύσκιος παριστάνοντας,
και περνώντας για το εσωτερικό πλανεύεις,
και περνώντας άναψες το νύγμα να χαϊδεύεις,
και περνώντας σβήνεις σκιές, τις σκιές στα πρόσωπα,
και περί όνου της σκιάς παντού τα μικροπρόσωπα.
–
Μην πικραίνεις του σκαλμού το κρινολούλουδο,
σαν σφεντόνα, να μη γίνει και το σπαρτολούλουδο,
για να κάνει ό,τι κάναν στου ηθμού το ιστολόγιο,
έγιναν καστρόπορτες τα φύλλα μες στο αναλόγιο,
διάβασες, το άνοιξες και νότες τα σενάρια,
ο ξελογιαστής, σε τι γρανάζια πάει για τα κάρυα.
–
Θα ‘ναι και ο χιονοσκέπαστος μες στους ολολυγμούς,
σαν να τον τραβάνε κάτω στους γεωμαγνητισμούς,
έτσι βλέπει και τις απροσμέτρητες κυκλώπειες,
οι ερωτιδείς προσκολλημένοι στις εντόπιες,
στις εντόπιες παρατεταμένες των μαγνητιτών,
να ξαφνιάζει μοναχά τη ζαφειρένια των μεστών.
–
Μπαίνοντας από το παραθύρι σαν παραφασάδα,

οι χιονονιφάδες, σερενάδες, στις αξιάδες γράδα,
της ικμάδας αποκάλυψη, της δέσμευσης τομή,
της ψυχολατρίας ασυνήθιστοι ανασασμοί,
του θεσμού απένεμαν καρδούλα του παμψυχισμού,
ο κρωγμός μες στον ασκητισμό του ιοντισμού.
–
Οι στερητικοί λεμβούχε θα ‘ναι τα κοχλάσματα,
ίντριγκα στη διάδοση… δαρμός στα χάσματα,
στην αλληλουχία της ωδής, μες στον ειρμό κενό,
να θηλάζει πάντα, πάντα τον δικό του μαρασμό,
σφάδαζε το ζούριασμα, στον συμφυρμό σφαδάζει,
έτσι, πάντοτε καλά θες να το τρέφεις να σοδιάζει.
Ποίημα του Σωτήρη Τσατταλιού.
