Γδύνεις γαληνές της αισχύνης

(Σωτήρης Τσατταλιός)
Τα συνειρμικά ελαττώματα απορριπτέα,

στη μεθοδολογία τους η ανακολουθία,
εφόσον δε θα ‘ναι στην αρεσιά σου,
τότε να μεταβάλεις στα καινοτόμα σου,
και οι αιχμηρές σφύζουσες στιγμές,
οι στίξεις αντιστίξεις στις επωνυμίες.
–
Στ’ ανεπαίσθητα τ’ ολικό στα ιταέτια,
στις ραβδώσεις για τις οδούς συνοδειά,
προσοχή στα ιδωμένα των προμνησιών,
ντεζαβού στον εαυτό σας… των εντοπισμών,
κάθετα οι στοίβες στερούνται ν’ αρκείς,
γκεστάλτ τ’ ανταποκρινόμενα στις επόψεις.
–
Η κρίση της επιθυμίας αναγνωρίσιμη,
ο πόθος μονίμως αγχώδης στη χρήση,
στην όξυνση μονίμως του αβελτίωτου,
στο άρμα ο παράγων του ανώφελου,
στις γκρίζες συνδέσεις των νομοθετών,
ξεγελά την κρίση, την προαίσθηση των υλών.
–
Παρασυρτική προτίμηση της προσέγγισης,
στα χρονικά το σκλήθρο της ορμόνης,
το γιόμα συνδέει την πρόζα στο καταράχι,
συνάμα τα επίπεδα στο διώμα σελάχι,
και τώρα γδύνεις γαληνές της αισχύνης,
να καταπιείς ρυπαίνοντας τις αποκρίσεις.
(Κική Ματέρη)

Να σου απαντήσω
Κάποια στιγμή ξεβρακώθηκαν όλοι
Τι σαν οι σκέψεις σου ήταν έννοια για τα πάντα
Γέννηση μιας νέας τάξης των πραγμάτων
Μα δε βγήκε στα γούστα τους
Πώς προτρέχει η ύλη, πόσο κοντά στον θάνατο
Οι στιγμές γιγαντωμένες εφιαλτικές
Ευτυχία το τέλος και οι παύσεις των στιγμών
… ( Ένα διάλειμμα )
–
Αδιαφορώ το πόσο αγάπησαν οι βασιλείς την εξουσία
Μια χρυσή ρωγμή στο κενό της διάστασης
Να που βλέπουμε γυμνό τον χρόνο
Δίχως φόβο, δίχως πόνο, υπάρχει η αγάπη
Πεπατημένες, και δυστυχείς φράσεις
Ένας κύκλος για το προσδοκώμενο
–
Το τέλος του ανθρώπου, το τέλος της ανθρωπιάς
Και τι θλίψη έχω όνομα και δεν πεθαίνω
Και να βελτιωθώ στα αλήθεια δεν προλαβαίνω
Χάθηκα σε έναν παράξενο ουρανό
Μα δεν ήταν πάνω από τη γη που ζω
–
Έκλεβε οξυγόνο για τον νέο πλανήτη
Και μαύρισε το φως της αχτίδας
Και ο βρεγματικός λοβός κολλημένος
Δίχως πόνο, δίχως φόβο
Έμείς θα σπείρουμε τον τρόμο
Ποίημα της Κικής Ματέρης και του Σωτήρη Τσατταλιού.
